Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

ΟΧΙ

Όχιιι
Όχι ρε φτάνει πια!
Καραγκιόζηδες, δολοφόνοι, πουλημένοι…
Τερατα! ΤΕΡΑΤΑ!!!!!!!!
Φτάνει πια να παίζεται με τις ψυχές.
Φτάνει πια να οδηγείται τον κόσμο στην πείνα, στη δυστυχία, στην αυτοκτονία
Εν έτη 2015 δεν έχουμε τα πιο στοιχειώδη και ότι μας απόμεινε το θέλετε και αυτό.
Είμαι 35 χρονών, μου κλέψατε τα όνειρα, τις ελπίδες, την πίστη, την πατρίδα…… τι μου απόμεινε για να σας φοβηθώ;
Μου τάξατε ένα καλύτερο αύριο, αλλά για να το δω, πρέπει κάθε μέρα να φτύνω αίμα, κάθε μέρα να πεθαίνω, κάθε μέρα να απελπίζομαι για να μην μπορώ να σηκώσω κεφάλι…
Δεν θα σας περάσει…
ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ η δική σας τερατώδη ασέλγεια πάνω στο κορμί μου, στη ζωή μου, στην πατρίδα μου.
Δεν μπορώ να είμαι άλλο θεατής της ζωής μου και σεις οι πρωταγωνιστές.
Εγώ σήμερα και πάντα θα λέω ΟΧΙ σε κάθε σας πρόταση, σε κάθε ψεύτικη καλοθελίστικη ματιά σας που στάζει φαρμάκι.
Μπορεί με αυτό το όχι να ματώσω, αλλά τουλάχιστον για μια φορά το επιλέγω εγώ!

Είμαι μακριά από τα πράγματα κοντά 2 μήνες, γιατί δεν είχα να πληρώσω το τηλέφωνο το πλέον απαραίτητο μέσω επικοινωνίας σε κάθε σπίτι.. Με δανεική σύνδεση ήθελα να φωνάξω, να ουρλιάξω, να βγω στην επιφάνεια.
Με μια ελπίδα, με μια ευχή να επαναληφθεί η ιστορία και να γιορτάσουμε άλλο ένα «ΟΧΙ»

Υ.Γ
-Μου λείπετε πολύ
-Μακάρι να συναντηθούμε ξανά σε καλύτερες μέρες
-Ευχαριστώ για την κατανόηση.
-Εύχομαι Θεία Φώτιση και σωστές αποφάσεις από όλους μας
Για μια ελεύθερη ζωή, για μια ελεύθερη πατρίδα…………….



Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Ο Στρατηγός


Ιστορίες της νύχτας





Μα δεν είναι εκπληκτικό με ποιο τρόπο καλύπτει την ασχήμια η νύχτα; Απλώνει τη φορεσιά της και όλα κρύβονται, όλα γίνονται τίποτα!
Η νύχτα, αχ πόσο την έχει αγαπήσει αυτή τη μαύρη φορεσιά της γης! Κομμάτι του εαυτού της. Αν ήταν φόρεμα θα την είχε κάνει δέρμα, έτσι ένιωθε! Μα και την φοβόταν συνάμα. Δεν λένε, αλήθεια, ότι αγαπάς το φοβάσαι κατά κάποιο τρόπο; Μην το πληγώσεις, μην το χάσεις, μην σου φύγει, μήπως σταματήσει να σε αγαπά και αυτό.
Χρόνια ολόκληρα στεκόταν μόνη στο σκοτάδι και έβαζε αντιμέτωπο τον εαυτό της. Εκεί έβρισκε όλα τα πάθη της, όλα τα λάθη της, τότε αποκαλυπτόταν πάντα ο πόνος και η μοναξιά της. Πολύτιμες στιγμές που όποιος και να ήταν δίπλα της, δεν μπορούσε να δει αυτό που με ιδιαίτερη μαεστρία έκρυβε το σκοτάδι.
Η νύχτα σαν τη γόησσα καλύπτει κάθε τι βρώμικο, κάθε τι που δεν θέλει να φανεί  στο φως είτε γιατί ντρέπεται, είτε γιατί δεν αρμόζει του φωτός, είτε γιατί αυτό που φαίνεται πρέπει να ντύνεται πάντα με το μανδύα της δύναμης και της υπομονής.
Για πολλά χρόνια δυνατή, αισιόδοξη, για πολλά χρόνια ο στύλος και το στήριγμα, ο «στρατηγός» όπως της αποδόθηκε ο τίτλος: «μίλησε ο στρατηγός πάσα αρχή πασαύτω» και όλα γίνονταν γιατί μίλησε ο στρατηγός και ο λόγος του είναι διαταγή και συμβόλαιο.
Δεν μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν γι’ αυτό, γιατί εκείνη ήταν που διάλεξε να σηκώσει το φορτίο, εκείνη διάλεξε τον δύσκολο δρόμο, αλλά τελικά αυτό ανάπαυε την ψυχή της.
Διάλεξε να στηρίξει την οικογένεια, διάλεξε να σπουδάσουν τα αδέρφια της, διάλεξε να τραβήξει κουπί για να σωθεί το μικρό τους καραβάκι από τη φουρτούνα, γιατί έβλεπε στα πρόσωπα τους το φόβο του τέλους, αυτό το πάγωμα που σου προκαλεί το σοκ και δεν μπορείς να κουνήσεις ούτε το μικρό σου δακτυλάκι. Και τα κατάφερε…

Μα στο σκοτάδι, εκείνες τις ώρες που όλοι κοιμούνται, κάθετε μόνη θαυμάζοντας τον έναστρο ουρανό και μιλάει με τα αστέρια, τους εξομολογείται τους έρωτες που χάθηκαν, τα χρόνια που πέρασαν, τα δάκρυα που χύθηκαν κρυφά πάντα τη νύχτα, τη μοναξιά που ένιωσε στο βωμό της θυσίας. Γιατί έτσι είναι στη ζωή, κάποιος τραβάει μπροστά και θυσιάζεται για να ζήσουν καλύτερα οι άλλοι. Και δεν μετανιώνει ποτέ για τη θυσία, γιατί τροφοδοτείται από την καρδιά….
Δεν μετάνιωσε ποτέ για τα χρόνια που πέρασαν, όπως πέρασαν, αλλά να! Ήταν κάποιες βραδιές σαν και τούτη που την έπιανε το παράπονο. 
Θα ‘θέλε να είχε και εκείνη ένα στήριγμα, ένα ανθρώπινο στήριγμα-γιατί τον Θεό Τον είχε πάντα, χωρίς Θεό δεν θα έκανε τίποτα- μα την ίδια στιγμή μάλωνε τον εαυτό της για τις σκέψεις της και τη δειλή θλίψη που άφηνε να τρυπώσει στην καρδιά της, σκεπτόμενη άλλα πιο σημαντικά. Πόσοι άνθρωποι άραγε την ίδια στιγμή κάθονταν μόνοι, σαν και εκείνη, και υπόφεραν; Πόσοι πάλευαν στο κρεβάτι του πόνου, πόσοι πάλευαν να βγάλουν τη νύχτα ξαπλωμένοι στο παγωμένο τσιμέντο, πόσοι έκλαιγαν τον άνθρωπο τους;
Και σ’αυτές τις ευλογημένες σκέψεις που σου φέρνουν δάκρυα στα μάτια και πονάς για εκείνους που περνούν χειρότερα από ‘σένα, τρύπωνε το διαολάκι-γιατί αυτή είναι η δουλειά του στο κάτω κάτω- και της έφερνε στο νου όλους εκείνους που γλεντούσαν, που χόρευαν, που έβλεπαν τον ίδιο ουρανό με εκείνη αλλά καθισμένοι σε ένα γιοτ, ή σε μια παραδεισένια παραλία με το κοκτέιλ στο χέρι… Αχ! Το άτιμο το διαόλι τι δουλειά μπορεί να σου ανοίξει!!!
Με αναστεναγμό άφηνε τότε τη θέση της και πήγαινε για ύπνο, αλλά πριν προσευχόταν για όλους αυτούς που έφερνε στο νου. Για εκείνους που πονούσαν σωματικά ή ψυχικά, αλλά και για εκείνους που διασκέδαζαν και περνούσαν καλά, γιατί την προσευχή όλοι την έχουν ανάγκη, αυτό τουλάχιστον πίστευε!
Και έτσι αναπαυμένη άφηνε το σκοτάδι να καλύψει κάθε πόνο, κάθε δάκρυ, κάθε βαρυγκωμιά, γιατί ήξερε ότι πολύ γρήγορα θα ερχόταν το φως και θα ξυπνούσε πάλι ο «στρατηγός» που δεν φοβόταν πόλεμο, που δεν φοβόταν δυσκολία, που έδινε κουράγιο, που έδινε αγάπη, που έδινε την ψυχή του για να βλέπει χαμόγελα στα μάτια και ελπίδα.

Ευτυχώς στη ζωή μας υπάρχουν πολλοί κρυφοί «στρατηγοί» άντρες και γυναίκες που σηκώνουν το βαρύ φορτίο της θυσίας και της μοναξιάς για να ζούμε κάποιοι άλλοι καλύτερα.
Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή στο νέο, ιδιαίτερο δρώμενο που διοργανώνει με μεγάλη μαεστρία η φίλη Αριστέα.
Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάποια ιστορία να γράψω, καθ’ότι είμαστε σε έναν οργασμό εργασιών στο σπίτι και ησυχία δεν βρίσκουμε πουθενά, βλέπετε καλυτέρεψε κατά πολύ ο καιρός, σκάσαμε εν ολίγοις και ξεσηκωθήκαμε για βαψίματα, μερεμέτια κτλ κτλ μη μας βρει ο γάμος αχούρι…..
Εύχομαι ότι καλύτερο για όλους μας! Καλό μήνα (αν και έχει πάει ήδη 10) με ένα καλοκαίρι να δείχνει από τώρα το δυναμισμό του!

 


 

  •  εικόνες από το διαδίκτυο

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Η πιο μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, το χαρμόσυνο μήνυμα προς την ανθρωπότητα, η εξάλειψη του θανάτου, η αιώνια ζωή!!!
Χριστός Ανέστη φίλοι μου...
Χρόνια πολλά, υγεία, αγάπη και ομόνοια σε σας και τις οικογένειές σας.
Να σας έχει ο Θεός καλά!

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Άγιος Βασίλης το Πάσχα;;;!!!

Είχα συμβιβαστεί από χρόνια ότι μεγάλωσα και ότι δεν θα μου έφερνε δώρα πια ο Άϊ Βασίλης τα Χριστούγεννα, όπως και δεν μου έφερε και φέτος.
Δεν βαριέσαι! είπα στον εαυτό μου, κάποια στιγμή ίσως αξιωθώ να γίνω γιαγιά (καλά...,καλά ας γίνω πρώτα μάνα, λέμε τώρα) και να με κάνουν δώρα τα εγγόνια μου....
Πέρασαν οι γιορτές, πλησιάζουν οι άλλες οι μεγάλες και γω ακόμα στα ίδια, χωρίς τη δυνατότητα να επικοινωνώ όπως θέλω και όταν το θέλω με τους blogόφιλους και το "σπιτάκι" μου για μέρες ερμητικά κλειστό. Αραιά και που έμπαινα στα πεταχτά ρίχνοντας κλεφτές ματιές... τι να έκανα!
Βλέπετε είχα συμβιβαστεί με την ιδέα ότι για μήνες δεν θα μπορούσα να επικοινωνώ λόγω του ότι το 7ετιας πλέον αγαπημένο μου ασημί vaio άρχισε να τα παίζει..... και για να μην το φέρω και πολύ βαρέως παραμύθιαζα τον εαυτό μου ότι δεν πείραζε και τόσο, ίσα ίσα που μετά από 10 ώρες στον υπολογιστή στη δουλειά τη χρειαζόμουν την ανάπαυλα στο σπίτι, οπότε το κεφάλι όρθιο και περνούσαν οι μέρες σαν να μην τρέχει τίποτα.
Η αλήθεια είναι όμως ότι το μυαλό, για να μην πω η καρδιά και ακουστεί πολύ βαρύγδουπο, ξέφευγε που και που σε σκέψεις τύπου "άραγε τέλειωσε ο καφές της Αριστέας; με τις 5 λέξεις τι να έγινε, να είχε άραγε συμμετοχή μεγάλη; Με το φωτογραφίζειν;" και κει που όλα τα δρώμενα περνούσαν ένα ένα από το μυαλό και κει που αναρωτιόμουν ο καθένας ξεχωριστά αόρατος φίλος του  blogging τι κάνει, τις έδιωχνα βιαίως τραγουδώντας δυνατά "τραλα λα λα λα" για να ξεχνιέμαι.
Ώσπου προχτές το βράδυ, γυρνώντας στο σπίτι μετά από μια ιδιαίτερα κουραστική μέρα -κατά τις 00:00 ένα απρόσμενο δώρο με περίμενε...
Μπαίνω στο δωμάτιο, ρίχνω τσάντα και παλτό όπως όπως και βουρ για την κουζίνα. Το μόνο που σκεφτόμουν-φαγητό, καθ' ότι το στομάχι είχε φτάσει στην πλάτη από το πρωί (και δεν παει να ήταν μεσάνυχτα εγώ πεινούσα!!!!!). Πριν φτάσω στον προορισμό μου με αρπάζει η μάνα μου από το χέρι και με οδηγεί χαμογελώντας και πάλι στο δωμάτιο "τι θες ρε μάνα, λέγε"διαμαρτύρομαι ξελιγωμένα από κουραη, εκείνη χαμογελώντας μου λέει "κοίτα γύρω σου τι βλέπεις;", βαριεστημένα κοιτάω το δωμάτιο.... πωωωω είχε βαλθεί να με τρελάνει, το ίδιο όπως πάντα, σκέφτηκα. Η μάνα χωρίς να ακούει τις σκέψεις απλώς γνωρίζοντας με ξαναλέει "δεν είναι το ίδιο, κοίτα καλύτερα και πες μου τι διαφορετικό βλέπεις;" και τότε το μάτι μου πέφτει πάνω στο γραφείο ανάμεσα στα χαρτιά από τη δουλειά και άλλα πράγματα που είχα στοιβαγμένα πάνω του, ένα μαύρο καινούργιο-ολοκαίνουργιο Pc! Ξαφνιάζομαι, μένω κολλημένη για λίγο και δεν μπορούσα να καταλάβω...πλησιάζω δισταχτικά σαν να ήταν ουτοπία, ανοίγω το καπάκι και διαβάζω την κάρτα που ήταν πάνω του σε ένα μικρό άσπρο φάκελο vu ala.....


Δεν μπορούσα και πάλι να συγχρονίσω στο μυαλό μου σκέψεις, συναισθήματα, εικόνες, τίποτα. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα και έλεγα ποιος μου πήρε δώρο και με αποκαλεί αδερφούλα; Η αδερφή αποκλείεται, γιατί με το σπίτι που άνοιξε με τον αρραβωνιαστικό της μπήκε σε μεγάλα έξοδα και δουλειά δεν έχει, ο αδερφός και αυτός χαμηλόμισθος όπως οι περισσότεροι αγωνίζεται το παλικάρι να καταφέρει Πρώτα ο Θεός να παντρευτεί το Σεπτέμβριο...δεν μπορούσα να καταλάβω, αμέσως απέκλεια.
Και ακούω τη μάνα μου να λέει " ο αδερφός σου στο πήρε", δεν το πίστευα, δεν το πιστεύω...... με πνίγουν οι λυγμοί από συγκίνηση ακόμα και τώρα που γράφω.
Πήγα στο δωμάτιο του, τον ρώτησα πως προέκυψε, τι έγινε; πως; αφού έχει έξοδα κτλ.απανωτές ερωτήσεις χωρίς ανάσα, και μου είπε απλά πολύ απλά  "δεν σου έκανα ποτέ κανένα σοβαρό δώρο." και όταν επέμεινα και δεν αρκέστηκα σε αυτό, γιατί ήξερα ότι και η μέλλουσα σύζυγος δεν είχε pc μου είπε 'το βρήκα σε τιμή ευκαιρίας και ο πρώτος άνθρωπος που σκέφτηκα ήσουν εσύ, δεν με ένοιαξε ούτε ότι έχω έξοδα, χάρηκα και μόνο με τη σκέψη ότι θα σε κάνω να χαρείς".
Τι να πω! από προχτές νιώθω τέτοια συγκίνηση......
Τι αδερφό έχω! Τι παληκάρι! Πως θα ανταποδώσω τώρα εγώ;
Και η πλάκα είναι ότι και τον προηγούμενο φορητό υπολογιστή μου τον είχε κάνει δώρο ο ίδιος όταν έπαθα το ατύχημα και ήμουν ξάπλα 3 μήνες λέγοντάς μου "για να περνάς την ώρα σου τώρα που θα είσαι στο κρεβάτι του πόνου".
Μπορεί ο δικός μου Αι Βασίλης να μην είναι χοντρός με κόκκινη στολή και φουσκωτά ροζ μαγουλάκια, αλλά είναι ψηλός λεβέντης, μελαχροινός και νέος και έχει μια καρδιά από χρυσάφι!
Και ακόμα πιο αστείο είναι ότι πήγε να μου δικαιολογηθεί ότι δεν είναι πολύ ακριβό το laptop και τόσο καλό όσο το προηγούμενο.... πλάκα μας κάνεις Δημήτρη ε; Τι με νοιάζει εμένα πόσο ακριβό ή δυνατό ως μηχάνημα είναι, εγώ για τη δουλειά που το θέλω είναι καινούργιο και πάει σφαίρα.....
Είμαι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος, γιατί μπορεί να μην έχω, αλλά και ούτε είχα ποτέ ιδιαίτερη οικονομική άνεση, αλλά πάντα ένιωθα πλούσια και δεν στερήθηκα-ειδικά μικρότερη-τίποτα. Μα το πιο σημαντικό Δοξάζω το Θεό για την οικογένεια που μου χάρισε, είναι ο καθένας τους ξεχωριστός και με ιδιαίτερα χαρίσματα και ευαισθησίες.
Μερικές φορές νιώθω ανίκανη να ανταποδώσω την τόση αγάπη και την τόση δοτικότητα που δέχομαι!

Τώρα πλέον ευελπιστώ να μην μου πάει κάτι άλλο κόντρα και να τα λέμε πιο συχνά.

Καλή και ευλογημένη Μ. Εβδομάδα
Καλή Ανάσταση!!!


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Ιστορίες του καφενέ #3- Καφενείο-ταβέρνα "ο Κάκιας"

Καφενείο-ταβέρνα "ο Κάκιας"

Εγώ στο τραπέζι και ο Βασίλης όρθιος στην αυλή του καφενείου, όταν άρχισε να φτιάχνεται

Η μέρα μουντή, άχρωμη κάνει τον κύκλο της χωρίς να έχει τίποτα ιδιαίτερο να δώσει. Μια τέτοια μέρα κάποτε ο ουρανός γέμιζε χρώματα, παιδικές φωνές, και γέλια 'σχίζαν τον αέρα. Σήμερα κλεισμένοι οι περισσότεροι στα σπίτια μας κοιτάμε από το παράθυρο τη ζωή να περνάει μην έχοντας όρεξη να την κυνηγήσουμε. Η μέρα δεν θυμίζει τίποτα από γιορτή….
 Καθισμένη στο σαλόνι κοιτούσα από το τζάμι της μπαλκονόπορτας το δρόμο, τον κάμπο που απλώνεται σαν χαλί από κάτω μου και σε δευτερόλεπτα η ταινία του χρόνου διπλώνει ανάποδα και αρχίζει δειλά δειλά να παίζει ένα έργο χρόνια πριν, τότε που η χαρά ήταν το κυρίαρχο στην ψυχή, τότε που η ευθύνη και οι έγνοιες και ότι σου χαλάει τον ύπνο δεν είχε αγγίξει ακόμα τις ζωές μας. Τι περίεργα παιχνίδια σου κάνει όμως το μυαλό! Αναμνήσεις που τις είχες από χρόνια κλειδωμένες καλά στο χρονοντούλαπο στις βγάζει στιγμές ανύποπτες και σε οδηγούν θες δε θες αντιμέτωπο με τον εαυτό σου, τον πόνο, την απώλεια, την αγάπη!
Στη γειτονιά μου, μια πόρτα που λένε μας χώριζε (άντε για την ακρίβεια ένα μικρό δρομάκι) ήταν το καφενείο-ταβέρνα «ο Κάκιας», αλλά για μένα εκεί ήταν οι κολλητοί μου, τα γειτονόπουλα που μεγαλώσαμε μαζί σαν αδέρφια. Όταν μας έψαχναν οι μανάδες μας κοιτούσαν να δουν που είναι η Νίκη, εκεί είναι και ο Βασίλης και το αντίστροφο. Με το Βασίλη είχαμε λίγες μέρες διαφορά, ο αδερφός μου με τον αδερφό του επίσης, μόνο τα στερνοπούλια μας, οι μικρές μας αδερφές χάλασαν τη συνταγή και γεννήθηκαν με ένα χρόνο διαφορά η μία από την άλλη.
Κάθε μέρα μαζί, από την ώρα που ξυπνούσαμε μέχρι την ώρα που σουρούπωνε και μας μάζευαν οι μανάδες μας με το ζόρι για ύπνο.
Το καφενείο ήταν για μας ο τόπος συνάντησης, το παιχνίδι μας, όλη μας η ζωή. Όταν ο καιρός δεν το επέτρεπε να βγούμε έξω η συνάντηση ήταν μέσα στο καφενείο σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι. Το παίζαμε και μεις τότε μεγάλοι, στρώναμε την τράπουλα και κάναμε πως παίζουμε «ξερή». Και δώσ' του φωνές και τσιρίγματα γιατί όλο και κάποιος έκλεβε, όλο και κάποιος τσινούσε γιατί έχανε… Ο γνωστός «τσινιάρης» της παρέας ήταν ο Βασίλης. Δεν μπορούσε ποτέ να δεχτεί ότι έχανε και κάποιος άλλος ήταν καλύτερος. Τον είχανε πάρει όλοι, τον έρμο, στο ψιλό μόλις καταλάβανε το χούι του. Είχαμε γίνει τα «πιόνια» των θαμώνων, χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε, για να πειράζουν τον Βασίλη. Ακόμα και ο πατέρας του ο Κάκιας τον τσιγκλούσε και όλοι γελούσαμε γιατί την εφευρετική αντίδραση του θυμού του. Ναι, εφευρετική, γιατί κάθε φορά έβρισκε καινούργιο πρωτότυπο τρόπο για να τον εκφράσει. Μια φορά που παίζαμε τάβλι τουρνουά και είχε φτάσει στην τελική ευθεία ο Βασίλης με τον  αδερφό μου το Δημήτρη, έχασε! Ωχ μανούλα μου!
Στην αρχή κοίταξε μια γύρω του, ήταν 5-6 μεγάλοι και παρακολουθούσαν το παιχνίδι πίνοντας το καφεδάκι τους, μετά κοίταξε εμάς και στο τέλος το τάβλι έτοιμος να εκραγεί. Δεν λέει τίποτα και κινάει προς τα μέσα. Τότε άρχισαν όλοι το δούλεμα-κυρίως οι μεγάλοι, γιατί είπαμε ο Βασίλης είχε γίνει το θέατρό τους- δεν μπορούσε κανένας να διανοηθεί ότι ένα τόσο δυνατό παιχνίδι θα τελείωνε έτσι χωρίς γέλια. Και δωσ' του λοιπόν φιτιλιές «Και καλά σε κέρδισε ο Δημήτρης που είναι και μικρότερος και δεν είναι τόσο καλός όσο εσύ» και δωσ' του παρ' το ο Βασίλης φούντωσε και όσο φούντωνε και ήταν έτοιμος να σκάσει κοκκίνιζε και όσο κοκκίνιζε τόσο φοβόμασταν μην μας πάρει και στο κυνηγητό για ξύλο. Όλοι τον δουλεύαμε αλλά λίγοι έτρωγαν το ξύλο, κυρίως οι πιο αδύναμοι. Και μην σκεφτεί κανείς ότι η πιο αδύναμη ήμουν εγώ επειδή ήμουν κορίτσι, γιατί πλανάστε πλάνην οικτράν. Εμένα με φώναζαν για να δείρω, όχι να με δείρουν κιόλας! Αν είναι δυνατόν!. Τον αδερφό μου και τον αδερφό του εννοούσα ως πιο αδύνατους… Τι κάνει λοιπόν ο αφιλότιμος. Άρχισε να βρίζει και να ουρλιάζει διάφορες βρισιές και κατηγόριες ότι δήθεν ήταν στημένο και δώσ' του οι άλλοι αντιλογία και από τα πολλά νεύρα και την έκρηξη τρέχει στην αποθήκη, παίρνει τη βαριά και έρχεται με φόρα και το χέρι σηκωμένο ψηλά με τη βαριά έτοιμος για επίθεση. Φοβηθήκαμε όλοι-πάει τρελάθηκε! Οι κύριοι τώρα που τον κοροϊδεύανε τρομαγμένοι από το θυμό που προκάλεσαν σε ένα παιδί και φοβούμενοι μην γίνει κανένα κακό όρμηξαν να τον κρατήσουν. Ο Βασίλης ουρλιάζοντας και απειλώντας τους ξεφεύγει και φτάνει στο τραπέζι του τουρνουά. Αρπάζει το τάβλι το πετάει κάτω και πηδώντας πάνω στο ξύλινο κουτί του, προσπαθεί να το σπάσει. Έπειτα με τη βαριά σπάει ένα ένα τα πούλια μέχρι και τα ζάρια. Τόση μανία είχε, τόση τρέλα!
Το καφενείο όμως «Ο Κάκιας» δεν ήταν μόνο το παιχνίδι μας, ήταν και η διασκέδαση του χωριού για πολλά χρόνια, είχε μεγάλη αυλή, καλό μεζέ για το τσιπουράκι, καλό φαγητό τα Σαββατοκύριακα! Και εννοείται γιορτές όπως οι Απόκριες πάντα στολισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη (φορτωμένο θα έλεγα όπως ήταν όλα τα μαγαζιά εκείνες τις εποχές) και γεμάτο από καρναβάλια να χορεύουν να πίνουν και να διασκεδάζουν μέχρι πρωί. Ήταν η καλύτερή μας, γιατί ήταν οι μόνες βραδιές που μπορούσαμε να ξενυχτάμε οι 4 καλοί φίλοι μαζί (ακόμα δεν είχαν ξεπεταχτεί τα μικρά μας) χωρίς να μας πρήζουν να πάμε για ύπνο.
Στην γειτονιά μου ήμασταν 4 παιδιά τότε, 3 αγόρια και 1 κορίτσι εγώ και όλη μου  η συμπεριφορά ήταν αγορίστικη, αφού έπαιζα μόνο με αγόρια. Ακόμα και από τους άλλους γειτονικούς μαχαλάδες να έρχονταν να παίξουμε όλα αγόρια ήταν. Οπότε οι Απόκριες ήταν κάτι ξεχωριστό για μένα, γιατί έρχονταν και άλλες φίλες μου από το σχολείο στο πάρτι του Κάκια και επιπλέον ήταν η μόνη φορά του χρόνου (άντε και άλλη μία στην Ανάσταση) που ντυνόμουν και στολιζόμουν και βαφόμουν όπως κάνει ένα καθωσπρέπει κορίτσι.