Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕ- Ο Τρελ' Αντώνης



Φωτογραφία από διαδίκτυο
«Πάμε για καφέ;»
«Που;»
«Ε! που αλλού στο καφενείο στην πλατεία! Δεν το κουνάω τώρα για την πόλη». 
Στο χωριό δεν μπορείς να το πεις αλλιώς παρά καφενείο, και ας είναι μια υπερσύγχρονη καφετέρια, και ας μάθαμε και εμείς στα χωριά να πίνουμε freddo εκτός από ελληνικό. Και κει που κάποτε μας ειρωνεύονταν του τύπου «είχες και στο χωριό σου freddo;» τώρα έχεις τι να πεις! «Ε ναι ρε, έχουμε και στο χωριό μου freddo και το πίνουμε και με ανακατεμένο γάλα για να  το κάνουμε μόδα».
Σε ένα τέτοιο λοιπόν καφενείο περνάμε τις ώρες παίζοντας «κολτσίνα», “taboo”, βλέποντας το mundial (γιατί και οι γυναίκες βλέπουμε μπάλα) ή απλά πίνοντας καφέ και συζητώντας κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια.
Είναι ωραίο που ήρθε η εξέλιξη και στο χωριό, είναι ωραίο που τα καφενεία γεμίσαν με νέους, γιατί παλιά έβλεπες μόνο άντρες και μόνο στην ηλικία του παππού μου και άντε, στην καλύτερη περίπτωση του μπαμπά μου!
Τώρα πλέον θα δεις και γυναίκες, κορίτσια και παιδιά.
Το κακό όμως που έχει το καφενείο στο χωριό είναι ότι οι τοίχοι έχουν αυτιά. Το αγαπημένο «γλυκό» δεν είναι το υποβρύχιο, αλλά η τροφή που θα σου δώσει ο συγχωριανός σου για σχόλια, γιατί ως γνωστόν καλύτερα να ασχολούμαι με τα δικά σου προβλήματα, παρά με τα δικά μου να χολοσκάω!
Το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει, και το γκουχ που θα κάνει κάποιος στη διπλανή παρέα πολλές φορές γίνεται σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Οι νέοι που ζούμε στο χωριό δεν πολυδίνουμε σημασία, τις περισσότερες φορές γελάμε κιόλας με την «ανοησία» τους. Αρκεί να μην μας πετύχουν σε δύσκολη μέρα….
Και όπως κάθε στέκι που σέβεται τον εαυτό του και κατ’ επέκταση κάθε περιοχή, έχει και τη μασκότ του που δεν είναι άλλος από τον τρελό, τον «χαζούλη» του χωριού.
Στο δικό μου έχουμε πολλούς (φταίει το νερό; Ελπίζω όχι, θα μας πάρει όλους η μπάλα!), μα ένας έχει τα πρωτεία.
Ο Αντώνης ή ο Antuan  όπως τον φωνάζουν οι «έξυπνοι» κοροϊδευτικά.

Εκείνη τη μέρα πήγα με τις φίλες μου για ένα χαλαρωτικό καφέ μετά τη δουλειά. Από μακριά άκουσα τον Antuan να καταφτάνει, μιας και κάθε φορά παραμιλάει δυνατά λέγοντας ασυναρτησίες, και από πίσω παιδιά ή μεγάλοι που τύχαιναν στον δρόμο του να του σφυρίζουν, να τον πειράζουν, να τον κοροϊδεύουν και λίγοι να του χαμογελάνε συγκαταβατικά.
Δεν είναι ότι δεν τον αγαπάνε, όλοι τον αγαπάνε και τον προσέχουν-ελάχιστοι είναι αυτοί που τον εκμεταλλεύονται και του φέρονται με κακότητα,- μόνο που ο κόσμος «ψοφάει» να γελάει με το διπλανό του!
Φτάνοντας στο τραπέζι μας-μιας και ήμασταν οι μοναδικοί πελάτες εκείνη τη ζεστή ώρα- φωνάζει «ε! κορασίδες στρίψτε μου ένα τσιγαράκι» και κοιτώντας προς τον ουρανό άρχισε να μιλάει με έναν αόρατο φίλο.
«Δεν έχει τσιγάρο, καφέ θες;»
«Τι καφέ ρε; Για νευρικό με πέρασες; Τσιγάρο θες;» μου απαντάει.
Τι λέει! Σκέφτομαι από μέσα μου αλλά του απαντάω με χαμόγελο «Μπερδεύεσαι, δεν θέλω εγώ τσιγάρο, το έκοψα, εσύ μου ζήτησες, αλλά δεν δίνουμε τσιγάρα κάνουν κακό»
«Τσιγάρο θες και δεν το λες! Τσιγάρο θες και δεν το λες!» άρχισε να επαναλαμβάνει και ταυτόχρονα να τα λέει με τον «δικό» του.
Οι φίλες μου γελούσαν κοροϊδευτικά με τα καμώματα του τρελ’Άντώνη, αλλά εμένα άρχισαν οι τσιμπιές στο μυαλό. Γεννήθηκαν ερωτήματα, βγήκαν στην επιφάνεια απορίες που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα για εκείνον, ποτέ. Και το βλέμμα μου τώρα πιο στοχαστικό πάνω του! Βρε μπας και δεν ήταν τρελός; Βρε μπας και το παίζει χαζούλης; Βρε λες…;
«Ρε Antuan;» ακούω τον Δημήτρη, έναν νεαρό στην ηλικία μου περίπου, που μόλις ήρθε με την παρέα του «είδα το Γιώργο το γείτονά μου και μου είπε για το Δημήτρη τον ξάδερφό σου ότι είναι λίγο χαζός από σόι, ισχύει, εσύ τι λες;» 
Έτοιμη να ξεστομίσω κανένα μαργαριτάρι στον αναιδή συγχωριανό  μου προς υπεράσπιση του Αντώνη, εντάξει είπαμε να τον πειράζουμε, αλλά το πείραγμα έχει και τα όριά του, αυτό ξεπερνούσε κατά πολύ και την αναίδεια- ακούω τον τρελ’ Αντώνη να του απαντάει   
«Και ο Δημήτρης ο ξάδερφος τα ίδια μου λέει για τον Γιώργο το γείτονα, ποιος από τους δυο είναι τώρα ο χαζός; Εσύ μπορείς να ξεχωρίσεις;» και έφυγε συνεχίζοντας τη συζήτηση με τον αόρατο συνοδό, αφήνοντας πίσω την πληρωμένη απάντηση.
Οι δύο παρέες μουδιασμένες για λίγο- ήθελε κάμποση ώρα να επεξεργαστούμε την ατάκα του τρελού- ξεσπάμε σε ασυγκράτητα γέλια με το Δημήτρη να καταλήγει «ρε μπας και μας δουλεύει κανονικά ο τρελός;» 
Η ίδια ερώτηση που έκανα και εγώ στον εαυτό μου, λίγο πριν.

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Σήμερα γάμος γίνεται!


Τα προεόρτια ...Δίσκος από τους αρραβώνες



Σήμερα γά- σήμερα γάμος γίνεται….. 
Ε καλά! Όχι και σήμερα.
Σε ‘κανα χρόνο από τώρα, απλά σήμερα έμαθα ότι θα γίνω κουμπάρα!
Ωχ μανούλα μου ήδη αγχώθηκα…
Πότε θα μαζέψω λεφτά; Γιατί δεν είναι μόνο τα κουμπαριλίκια, είναι και ο γάμος του αδερφού που θα γίνει του χρόνου τον Σεπτέμβριο.
Πότε θα χάσω κιλά; Ή μάλλον πως; Γιατί δεν το κλείνω το ρημάδι και όλο τσιμπολογάω, και αν μου πεις για γλυκά, μανούλα μου γλυκιά, αναστενάζουν τα κουτάλια!
Σαββατόβραδο και γω ψάχνω για φορέματα, εμ πως! Να μην ξέρω από τώρα τι θα βάλω του χρόνου; Χαχαχαχα
Μόνο που η φωνούλα στο κεφάλι μου ψιθυρίζει «άντε και τα βρήκες, θα χωρέσεις;»
Μάλλον θα ξαναρχίσω το κάπνισμα… κοντεύω χρόνο ακάπνιστη και πήρα γύρω στα 10 κιλά... δεν συμφέρω, κέρδισα από τα πακέτα, τα ξοδεύω στο φαΐ, καλύτερα να με ντύνουν παρά να με ταΐζουν-καλά είμαι και λίγο υπερβολική- ευτυχώς είμαι ψηλή και δεν μου πολυφαίνονται, τα ρουχάκια μου όμως το ξέρουν, αναστενάζουν τα κακόμοιρα....
Μπα, όχι θα το παλέψω, δεν το βάζω στο στόμα μου, ειδικά τώρα που θα κάνω και οικονομία!!!!!!
Πάντως έτσι όπως πάω εγώ τσιγάρο και φαγητό κομμένα ΚΑΙ διακοπές κομμένες (αυτές που τις πας;), 5 γάμους θα κάνω στο τέλος…χαχχαχαχαχα
Άντε τώρα να σταματήσω τη φλυαρία και να πάω καμιά βολτίτσα να με χτυπήσει λίγο το Αυγουστιάτικο αεράκι μπας και ξελαμπηκάρω.
Καλό βράδυ φιλαράκια μου όμορφα, καλά να περνάτε ότι και να κάνετε....

 

 Υ.Γ: Το τραγούδι του γάμου δεν μπορεί να λείπει από αυτήν την ανάρτηση!!!!


Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Και η ζωή συνεχίζεται


Καλό μήνα φίλοι μου!

Υγεία- το πολυτιμότερο αγαθό- και ας ακούγεται τετριμμένο,

Αγάπη-γιατί χωρίς αυτή δεν ανασαίνει ο άνθρωπος,

Υπομονή-γιατί είναι το χρυσό κλειδί για όλες τις πόρτες αυτής της μάταιης ζωής.

Εκεί που όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο, όταν μέσα μας, γύρω μας, απέναντι υπάρχει αγωνία, πόνος, πόλεμος, τότε έρχεται η απόδειξη ότι, ότι και να γίνει η ζωή συνεχίζεται.
    Άνθρωποι χάνονται από αρρώστιες, από γηρατειά, από πολέμους, δυστυχώς από απελπισία, πόλεις καταστρέφονται, χωριά ερημώνουν….. και.. και… και… εικόνες που μόνο αισιοδοξία δεν μπορούν να φέρουν.
Και όμως η ζωή συνεχίζεται….
Από το αγριολούλουδο που θα φυτρώσει ανάμεσα στα συντρίμμια μέχρι το πουλί που πετάει στον ουρανό μετά από καταιγίδα, όλα φωνάζουν πως η ζωή συνεχίζεται, να μην το βάζει κάτω ο άνθρωπος, να μην σκύβει το κεφάλι, γιατί ότι και να έρθει μπορεί να το αντιμετωπίσει. Από τη στιγμή που υπάρχει το πρόβλημα, υπάρχει και η λύση...
    Ο Αύγουστος ο αγαπημένος μου μήνας, ο μήνας των διακοπών, αν και τα τελευταία 2 χρόνια και για πρώτη φορά στη ζωή μου παίρνω άδεια Ιούλιο. Δεν πειράζει, ο Αύγουστος εξακολουθεί να είναι αγαπημένος. Από την εποχή που έμενα Αθήνα και λάτρευα να κάθομαι τον Αύγουστο εκεί (άδειοι δρόμοι, άνετοι), μέχρι και τώρα που γύρισα στο χωριό και ο Αύγουστος είναι ο γιορτινός μήνας της επαρχίας. Μέρα και πανηγύρι, κλαρίνα στο φουλ (για όσους διαλέγουν την παράδοση), συναυλίες (για όσους διαλέγουν πιο σύγχρονη μουσική) χαλβάς Φαρσάλων, σουβλάκια χειροποίητα, γλέντι και χορός.
    Για μένα φέτος ο Αύγουστος ξεκίνησα θλιμμένα, «έφυγε» από τη ζωή μια φίλη που πάλευε χρόνια με τον καρκίνο, ένα φωτεινό παράδειγμα ότι η ζωή συνεχίζεται, ένας άνθρωπος-αφανής ήρωας, (θα ήθελα πολύ να με αξιώσει ο Θεός να γράψω για αυτήν κάποια στιγμή όπως της αξίζει). 
    Πήρα όμως μια νότα αισιοδοξίας όταν μπαίνοντας στην γειτονιά σας φίλοι μου είδα αναρτήσεις γεμάτες ευχές, χαρά και αισιοδοξία.

Όμως το καλύτερο μου το φύλαγε η μέρα στο τέλος.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Μάνα, ποιον θα φωνάζω εγώ τώρα μάνα!



Από την ίδια κοιλιά δεν βγήκαμε μάνα; 
Τον ίδιο πόνο δεν πέρασες μάνα;
Την ίδια αγάπη και διαπαιδαγώγηση μάνα δεν μας έδωσες;
5 παιδιά μάνα γέννησες και άλλα τόσα έχασες.
Πέντε ανάσες, πέντε πόνοι, πέντε πληγές!
Μάνα σ ‘ευχαριστώ
Μάνα σ’αγαπώ συγχώραμε
Μάνα μου έλειψες
Μάνα πονάω
Μάνα είσαι λάθος
Πέντε φωνές, διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά αισθήματα, γεννημένοι από τα ίδια σπλάχνα, μέσα στην ίδια φτώχεια.
Φεύγοντας μάνα παρήγγειλες αγάπη, μέσα από το γέρικο κορμί σου φώναζες στους κλώνους σου «αγάπη, ο Χριστός είναι αγάπη, είπε αγάπη, στη χαρά και στη λύπη αγάπη» και οι περισσότεροι κλαίγανε με σκυμμένο το κεφάλι αναλογιζόμενοι το βάρος της αχαριστίας τους στη ζωή, της αποστασίας των, της απανθρωπιάς.
«Παιδάκια μου, παιδιά μου όμορφα, είστε η χαρά μου, ο πλούτος μου, είστε η συνέχειά μου… Παιδάκια μου όμορφα να έχετε αγάπη, να είστε δεμένοι ο ένας με τον άλλο να βοηθιέστε, τι άλλο να ζητήσω από το Θεό μου χάρισε τον κόσμο όλο μέσα από σας»
Το στόμα σου γεμάτο ευλογίες και αγάπη, μα και ένα παράπονο πικρό «έχω και έναν γάιδαρο δεν ήρθε να με δει» και ήρθε μάνα ο «γάιδαρος».
Πως γίνεται ο άνθρωπος να μην λυγάει στη θέα του θανάτου;

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Κάλιο αργά παρά ποτέ.... επανήλθα!


Ψάχνω να βρω την έμπνευση απεγνωσμένα, για να εκφράσω αυτά που έχω μέσα μου, να τα μοιραστώ μαζί σας, μα του κάκου. Κάποτε νόμιζα ότι την είχα στο τσεπάκι, ότι δικαιωματικά μου ανήκε, όμως από την πολύ υπερηφάνεια και τον εγωισμό, καβάλησα το καλάμι και μην σας πω πως ένιωσα στην πτώση!!!!

Υπήρχαν αναλαμπές στο διάστημα διακοπής, μα ήταν μόνο αναλαμπές, σαν τον ψυχορραγούντα που στο χάσιμο του ξυπνάει ζητάει να φάει να πιει και λέει και κανένα καλαμπούρι. Κάπως έτσι είναι και η δική μου πένα. Ατυχής ή όχι η παρομοίωση εγώ έτσι τη βλέπω.

Και έχω τόσα πολλά που θέλω να πω!

Να μιλήσω για το καλοκαίρι που έφυγε.. ε τι απέμεινε πια, μόνο η ουρά, να μιλήσω για ανθρώπους που χάθηκαν από τη ζωή μας (θα με πνίξει πάλι η συγκίνηση και δεν θα αρθρώσω λέξη), να μιλήσω για την άδεια που δεν θα γίνει διακοπές!!!

Κάποτε έπαιρνα άδεια από τη δουλειά και έλεγα φεύγω διακοπές για δύο βδομάδες, που σήμαινε παίρνω άδεια και θα είμαι λίγο θάλασσα, λίγο κρασί και το αγόρι μου, τώωρα λέω έχω άδεια που σημαίνει σπίτι, σπίτι και πάλι σπίτι, άντε μην είμαι και τόσο άδικη και λίγο πλατεία κάτω από τα πλατάνια για καφέ ή ποτάκι το βράδυ.

Και το ξαναλέω μην είμαι αχάριστη, τουλάχιστον θα ξεκουραστώ 2 βδομαδούλες, ενώ άλλα «παιδάκια» δεν θα πάρουν ούτε βδομάδα (σσς ο αδερφός μου) και δουλεύουν από το αξημέρωτο μέχρι 20:00 το βράδυ για κάτι ψωροευρώ. Θάλασσα μπορεί να μην δω φέτος αλλά τουλάχιστον είμαι στη φύση, βλέπω βουνά, πράσινο γαληνεύει λίγο το μάτι από το άγριο της πόλης.

Ααα και άμα λάχει ακούμε και καμιά αρκούδα! Αυτό δεν σας το ‘πα! Καθισμένοι στην αυλή του σπιτιού της γιαγιάς (χωρίς τη γιαγιά :-( ) πίναμε τσιπουράκι εις μνήμην και καλαμπουρίζαμε (γιατί ως γνωστόν γάμος χωρίς κλάμα και κηδεία χωρίς γέλιο δεν ταιριάζει) και ξάφνου ακούγεται ένα μουγκρητό από το βουνό… στην αρχή λέγαμε μας γελάνε τα αυτιά μας (ξέρεις τώρα λίγο το τσιπουράκι, λίγο η θλίψη…) μα αυτό μετά από 7-10΄ ξανακούστηκε και συνεχίστηκε για όλο το βράδυ σχεδόν, και το σούρουπο της άλλης μέρας. Καλέσαμε τον πρόεδρο του χωριού, το άκουσε και αυτός. Και το δικαστήριο αποφάνθηκε Ναι ναι ήταν η σκανταλιάρα αρκουδίτσα που τελευταία κατεβαίνει μέχρι τους πρόποδες του βουνού (λίγα μέτρα από τα σπίτια) και χαλάει τα μελίσσια, και τρώει «ζωντανά»… Κανένα ταίρι καλούσε ή πληγωμένη ήταν η καψερή και φώναζε για βοήθεια, ελπίζω να βρήκε τον τρόπο της και να μην «χάθηκε». Δυστυχώς έχει κάνει πολλές ζημιές και οι «πληγέντες» παραμονεύουν με τουφέκι…δυστυχώς!

Πάλι ξέφυγα από το θέμα μου…αλήθεια ποιο ήταν; Α ναι! Έμπνευση γιοκ! Δεν πειράζει θα έρθει που θα πάει, με το πες πες όλο και κάτι θα αρμεχτεί.

Δεύτερη μέρα αδειούχα λίγο το μυαλό πιο ήρεμο (γιατί η ψυχή έχει δρόμο ακόμα) είπα να πω μια καλημέρα, να δώσω και μια παρουσία τόσο καιρό που άφησα το σπιτάκι μου και έπιασε αράχνες! Δεν είναι ότι δεν είμαι νοικοκυρά, όχι μην το σκεφτεί κανείς αυτό! Να τώρα που μιλάμε θα βάλω και κατσαρόλα καθ’ ότι η αδερφή μετακομίζει και πήγαν οι συμπεθέρες (δ.δ μαμά και πεθερά) να καθαρίσουν. Εγώ έμεινα πίσω να φροντίσω το καινούργιο της απόκτημα την Μπαλού



και να φτιάξω και ένα πιάτο φαΐ, θα σιδερώσω κιόλας! Είδατε που σας τα ‘λεγα; Κορίτσι για σπίτι η δικιά σας (να μην πούμε κάτι να αστειευτούμε κιόλας;)

Καλημέρα λοιπόν αγαπημένοι μου φίλοι, μου λείψατε πάρα πολύ, μου έλειψε πιο πολύ να σας διαβάζω, θα επανορθώσω σιγά σιγά, θα βρω το δρόμο μου…

Και να λέμε και καμιά «….» να περνάει η ώρα γιατί με αυτά και μ’αυτά που γίνονται θα τρελαθούμε!