Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Μάνα, ποιον θα φωνάζω εγώ τώρα μάνα!



Από την ίδια κοιλιά δεν βγήκαμε μάνα; 
Τον ίδιο πόνο δεν πέρασες μάνα;
Την ίδια αγάπη και διαπαιδαγώγηση μάνα δεν μας έδωσες;
5 παιδιά μάνα γέννησες και άλλα τόσα έχασες.
Πέντε ανάσες, πέντε πόνοι, πέντε πληγές!
Μάνα σ ‘ευχαριστώ
Μάνα σ’αγαπώ συγχώραμε
Μάνα μου έλειψες
Μάνα πονάω
Μάνα είσαι λάθος
Πέντε φωνές, διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά αισθήματα, γεννημένοι από τα ίδια σπλάχνα, μέσα στην ίδια φτώχεια.
Φεύγοντας μάνα παρήγγειλες αγάπη, μέσα από το γέρικο κορμί σου φώναζες στους κλώνους σου «αγάπη, ο Χριστός είναι αγάπη, είπε αγάπη, στη χαρά και στη λύπη αγάπη» και οι περισσότεροι κλαίγανε με σκυμμένο το κεφάλι αναλογιζόμενοι το βάρος της αχαριστίας τους στη ζωή, της αποστασίας των, της απανθρωπιάς.
«Παιδάκια μου, παιδιά μου όμορφα, είστε η χαρά μου, ο πλούτος μου, είστε η συνέχειά μου… Παιδάκια μου όμορφα να έχετε αγάπη, να είστε δεμένοι ο ένας με τον άλλο να βοηθιέστε, τι άλλο να ζητήσω από το Θεό μου χάρισε τον κόσμο όλο μέσα από σας»
Το στόμα σου γεμάτο ευλογίες και αγάπη, μα και ένα παράπονο πικρό «έχω και έναν γάιδαρο δεν ήρθε να με δει» και ήρθε μάνα ο «γάιδαρος».
Πως γίνεται ο άνθρωπος να μην λυγάει στη θέα του θανάτου;

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Κάλιο αργά παρά ποτέ.... επανήλθα!


Ψάχνω να βρω την έμπνευση απεγνωσμένα, για να εκφράσω αυτά που έχω μέσα μου, να τα μοιραστώ μαζί σας, μα του κάκου. Κάποτε νόμιζα ότι την είχα στο τσεπάκι, ότι δικαιωματικά μου ανήκε, όμως από την πολύ υπερηφάνεια και τον εγωισμό, καβάλησα το καλάμι και μην σας πω πως ένιωσα στην πτώση!!!!

Υπήρχαν αναλαμπές στο διάστημα διακοπής, μα ήταν μόνο αναλαμπές, σαν τον ψυχορραγούντα που στο χάσιμο του ξυπνάει ζητάει να φάει να πιει και λέει και κανένα καλαμπούρι. Κάπως έτσι είναι και η δική μου πένα. Ατυχής ή όχι η παρομοίωση εγώ έτσι τη βλέπω.

Και έχω τόσα πολλά που θέλω να πω!

Να μιλήσω για το καλοκαίρι που έφυγε.. ε τι απέμεινε πια, μόνο η ουρά, να μιλήσω για ανθρώπους που χάθηκαν από τη ζωή μας (θα με πνίξει πάλι η συγκίνηση και δεν θα αρθρώσω λέξη), να μιλήσω για την άδεια που δεν θα γίνει διακοπές!!!

Κάποτε έπαιρνα άδεια από τη δουλειά και έλεγα φεύγω διακοπές για δύο βδομάδες, που σήμαινε παίρνω άδεια και θα είμαι λίγο θάλασσα, λίγο κρασί και το αγόρι μου, τώωρα λέω έχω άδεια που σημαίνει σπίτι, σπίτι και πάλι σπίτι, άντε μην είμαι και τόσο άδικη και λίγο πλατεία κάτω από τα πλατάνια για καφέ ή ποτάκι το βράδυ.

Και το ξαναλέω μην είμαι αχάριστη, τουλάχιστον θα ξεκουραστώ 2 βδομαδούλες, ενώ άλλα «παιδάκια» δεν θα πάρουν ούτε βδομάδα (σσς ο αδερφός μου) και δουλεύουν από το αξημέρωτο μέχρι 20:00 το βράδυ για κάτι ψωροευρώ. Θάλασσα μπορεί να μην δω φέτος αλλά τουλάχιστον είμαι στη φύση, βλέπω βουνά, πράσινο γαληνεύει λίγο το μάτι από το άγριο της πόλης.

Ααα και άμα λάχει ακούμε και καμιά αρκούδα! Αυτό δεν σας το ‘πα! Καθισμένοι στην αυλή του σπιτιού της γιαγιάς (χωρίς τη γιαγιά :-( ) πίναμε τσιπουράκι εις μνήμην και καλαμπουρίζαμε (γιατί ως γνωστόν γάμος χωρίς κλάμα και κηδεία χωρίς γέλιο δεν ταιριάζει) και ξάφνου ακούγεται ένα μουγκρητό από το βουνό… στην αρχή λέγαμε μας γελάνε τα αυτιά μας (ξέρεις τώρα λίγο το τσιπουράκι, λίγο η θλίψη…) μα αυτό μετά από 7-10΄ ξανακούστηκε και συνεχίστηκε για όλο το βράδυ σχεδόν, και το σούρουπο της άλλης μέρας. Καλέσαμε τον πρόεδρο του χωριού, το άκουσε και αυτός. Και το δικαστήριο αποφάνθηκε Ναι ναι ήταν η σκανταλιάρα αρκουδίτσα που τελευταία κατεβαίνει μέχρι τους πρόποδες του βουνού (λίγα μέτρα από τα σπίτια) και χαλάει τα μελίσσια, και τρώει «ζωντανά»… Κανένα ταίρι καλούσε ή πληγωμένη ήταν η καψερή και φώναζε για βοήθεια, ελπίζω να βρήκε τον τρόπο της και να μην «χάθηκε». Δυστυχώς έχει κάνει πολλές ζημιές και οι «πληγέντες» παραμονεύουν με τουφέκι…δυστυχώς!

Πάλι ξέφυγα από το θέμα μου…αλήθεια ποιο ήταν; Α ναι! Έμπνευση γιοκ! Δεν πειράζει θα έρθει που θα πάει, με το πες πες όλο και κάτι θα αρμεχτεί.

Δεύτερη μέρα αδειούχα λίγο το μυαλό πιο ήρεμο (γιατί η ψυχή έχει δρόμο ακόμα) είπα να πω μια καλημέρα, να δώσω και μια παρουσία τόσο καιρό που άφησα το σπιτάκι μου και έπιασε αράχνες! Δεν είναι ότι δεν είμαι νοικοκυρά, όχι μην το σκεφτεί κανείς αυτό! Να τώρα που μιλάμε θα βάλω και κατσαρόλα καθ’ ότι η αδερφή μετακομίζει και πήγαν οι συμπεθέρες (δ.δ μαμά και πεθερά) να καθαρίσουν. Εγώ έμεινα πίσω να φροντίσω το καινούργιο της απόκτημα την Μπαλού



και να φτιάξω και ένα πιάτο φαΐ, θα σιδερώσω κιόλας! Είδατε που σας τα ‘λεγα; Κορίτσι για σπίτι η δικιά σας (να μην πούμε κάτι να αστειευτούμε κιόλας;)

Καλημέρα λοιπόν αγαπημένοι μου φίλοι, μου λείψατε πάρα πολύ, μου έλειψε πιο πολύ να σας διαβάζω, θα επανορθώσω σιγά σιγά, θα βρω το δρόμο μου…

Και να λέμε και καμιά «….» να περνάει η ώρα γιατί με αυτά και μ’αυτά που γίνονται θα τρελαθούμε!